Learning from Jan Fabre

Starting with the acrimonious disputes that lead to the unprecedented short service of the flemish artist Jan Fabre as the director of the Athens and Epidaurus Festival (hereinafter the Fabre situation), the associate psychoanalysts of the Institute for the Management of the Athenian post-Documenta Melancholy (idamm), diagnosed once again, as the dominant characteristics of the local art field, the basic contradictions of the narcissist identification: overestimation and debasement of the Self.
According to Freudian analyses, the narcissistic subjects, believe from the one hand that they are hindered by external factors to achieve their goals, condemning their fellow human beings as dorky and incompetent, and from the other, they represent themselves as trivial, ethically despicable and incapable of any achievement.
More specifically, the Fabre situation and the discourse around it, clearly reveal the aforementioned binary contradictions: a psychosis with the Self (nationalistic discourse, fantasies of revolutionary subjectivities, moralization) and on the other hand, a debasement of the Self (we are worthy only of people such as Markos Seferlis as the director of the Festival, or even good old Marina Abramović, it is the fault of the “established ones”, those who hold key positions, the chauvinist Greeks etc.).
The lack of ability to understand the sophisticated facets of a certain reality and the concomitant “black or white” attitude, are principal characteristics of the melancholic subject. They are also demonstrative of the magnitude of the problem but also an indication of what we will probably also face, during the documenta and the post-documenta period in Athens, taken that the local art scene seems to be trapped, in a compulsive repetition and thus in a deadlock future.
Five hundred (!) Greek artists characterized Jan Fabre in an open letter as a “persona non grata”, accusing him of “abusing the Greek hospitality”. Idamm believes that the issue of “hospitality abuse” will inevitably emerge (if it has not already emerged) as regards to the documenta 14, which will take place in Athens and Kassel in 2017. What are the conditions of this hospitality however, and who has defined them (maybe even the very recognition that hospitality is conditional, is a step forward)?
Within this context, one would reasonably wonder why the collaboration between the documenta14 and the Athens Biennale did not flourish, even though it has been pompously announced in the presence of royal representatives, princesses and other nonsense?
What happened to the triptych “friendship, solidarity, trust”, an idea which the artistic director of the documenta14 was so emphatically advocating during the announcement of his relocation to Athens?
Many things have been said about the “big fish eating the small one”, about the competition of who will represent the current sociopolitical situation better or who will benefit from the available (private) financing institutions. Is this the case however, or for the good fortune of the documenta and its creative subjects, the Athens Biennale managed for some reason to dislodge itself from the discourse? If the second scenario is accurate, maybe the Biennale is not the only Athenian institution that found itself in this position voluntarily?
What are for example the conditions of the collaboration between the Athens School of Fine Arts and the documenta? Did the School negotiate a proposal, or maybe because of the – oh, so customary by now- micropolitics, internal antagonisms etc., they consumed each other, without being able at the end, to claim an advantageous collaboration for the school, its students and its alumni (thus offering a “carte blanche” to the documenta, allowing it to set its own terms of action there)?
With this post, Idamm, affirms the urgent, increasing need for psychological support to the art world in Greece and beyond (see for example all these Belgian artists that were invited to take part in the now cancelled program of the festival), and offers its services to anyone interested.
“Learning from” the Fabre situation, may help avoid actions, that contribute to the idealization of the identity of the “nonconforming”, “radical”, patriarchic South, exaltations that we very much fear, will shed melancholy to the field once again. With the right support, posthumous claims about colonizers etc, will also hopefully be avoided.
Finally, IDAMM suggests an alternate approach as regards to the discourse that has been produced around the Fabre situation, and was exhausted with the “thumping flemish penises”:
In light of a new european devaluation of culture, with cuts in cultural programs and the humanities and in a landscape of a general artistic precarity, what is the significance of the positive presentation and reproduction of the fact, that Fabre would have taken up the position of the director of the Athens and Epidaurus Festival with a total salary of 20 thousand Euros per year, working almost as a “volunteer”?
“Money does not matter so much, it is a tool”, he affirmed. “When I was complaining to my mother that I needed more money, she used to say to me: ‘It is nicer to exchange words, not money’”…
Is it possible that these type of speech acts, function to naturalize the above mentioned situation of budget cuts on a european but also on a global level?
Maybe this is what the artistic director of the documenta, Adam Szymczyk, meant when a few months ago, during the presentation of the documenta magazine “South” at the National Library in Athens, he gave the example of how certain subjects in an African country, with absolutely no resources, but with plenty of creative effusion, managed to create a lovely alternative library?
Of course, lets not forget the statement of the renowned greek politician, Konstantinos Mitsotakis: “Art does not need money, it needs ideas”.
Is this maybe what “Learning from Athens” means?

P.S.: Since many documenta14 employees rushed to follow the Facebook page of idamm, and within the spirit of the prescribed artistic philanthropy, we would like to send them a personal message –they will know- and we hope that they do not misunderstand us: guys, leave some food for the poor refugees, do not tell them off! Don’t be gluttons… It’s a shame; these poor souls have no money and as many words as they exchange it will not be enough to fill their stomachs.


Μαθαίνοντας από τον Γιαν Φαμπρ

Με αφετηρία τις συγκρουσιακές διαδικασίες γύρω από την πρωτοφανώς σύντομη θητεία του Φλαμανδού καλλιτέχνη Γιαν Φαμπρ ως διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου (στο εξής η συνθήκη Φαμπρ), οι συνεργάτες ψυχαναλυτές του ΙΔΑΜΜ επιβεβαίωσαν για ακόμα μία φορά ως κυρίαρχα γνωρίσματα του πεδίου δύο από τις βασικές αντιφάσεις της ναρκισσιστικής ταύτισης: υπερ-εκτίμηση και υποβάθμιση του εαυτού.
Σύμφωνα με τις Φροϋδικές αναλύσεις, τα ναρκισσιστικά υποκείμενα θεωρούν ότι παρεμποδίζονται από εξωτερικούς παράγοντες στην επίτευξη των στόχων τους χαρακτηρίζοντας τους συνανθρώπους τους αδέξιους και ανίκανους, ή από την άλλη, αναπαριστούν το εγώ τους ως ανάξιο, ηθικά ποταπό και ανίκανο να επιτύχει οτιδήποτε.
Πιο συγκεκριμένα, η συνθήκη Φαμπρ και ο λόγος που παράχθηκε γύρω της, φανερώνουν ξεκάθαρα τις παραπάνω δυαδικές αντιθέσεις: η ψύχωση με τον εαυτό (εθνικόφρονας λόγος, αντιστασιακές φαντασιώσεις, ηθικολογία) και από την άλλη η απαξίωση του εαυτού (ότι μας αξίζει ο Σεφερλής για διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών ή έστω η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, οι «βολεμένοι», οι «θέσεις», οι «ελληνάρες» κλπ).
Η αδυνατότητα να κατανοηθούν εκλεπτυσμένες εκδοχές του πραγματικού και η συνακόλουθη στάση «μαύρο ή άσπρο» αποτελούν κατ’εξοχήν γνωρίσματα του μελαγχολικού υποκειμένου και είναι ενδεικτικές του μεγέθους του προβλήματος που έχουμε να αντιμετωπίσουμε κατά την ντοκουμενταϊκή και μέτα-ντοκουμενταϊκή περίοδο στην Αθήνα, αφού όπως φαίνεται, η εγχώρια καλλιτεχνική σκηνή βρίσκεται εγκλωβισμένη σε µια ψυχαναγκαστική επανάληψη και ως εκ τούτου σε ένα αδιέξοδο µέλλον.
Ο Γιαν Φαμπρ «καταχράστηκε την ελληνική φιλοξενία» με συνέπεια πεντακόσιοι(!) Έλληνες καλλιτέχνες, σε ανοικτή επιστολή που του απεύθυναν, να τον χαρακτηρίσουν ως «persona non grata». Το ΙΔΑΜΜ πιστεύει πως μοιραία θα αναδυθεί (αν δεν έχει ήδη) το ίδιο ζήτημα «κατάχρησης της φιλοξενίας» και για τη Ντοκουμέντα 14 που θα διεξαχθεί στην Αθήνα και το Κάσελ το 2017.
Ποιοι είναι όμως τελικά οι όροι αυτής της φιλοξενίας και από ποιον έχουν οριστεί (ίσως ακόμα και η ίδια η παραδοχή πως και η φιλοξενία έχει όρους είναι ένα βήμα);
Σ᾽αυτό το πλαίσιο, εύλογα αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο δεν ευδοκίμησε η συνεργασία της Ντοκουμέντα με την Μπιενάλε της Αθήνας, η οποία μάλιστα είχε ανακοινωθεί αρχικά με τόσο πομπώδη τρόπο, παρουσία βασιλικών εκπροσώπων, πριγκιπισσών και πράσινων αλόγων;
Τι απέγινε το τρίπτυχο «φιλία, αλληλεγγύη, εμπιστοσύνη» που τόσο επίμονα αναπαρήγαγε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Ντοκουμέντα κατά την ανακοίνωση της μετακόμισής του στην Αθήνα;
Πολλά ακούστηκαν σχετικά με «το μεγάλο ψάρι που τρώει το μικρό», τον ανταγωνισμό για το ποιος θα νοηματοδοτήσει καλύτερα τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες ή ποιος θα επωφεληθεί από τους διαθέσιμους (ιδιωτικούς) φορείς χρηματοδότησης. Είναι όντως έτσι τα πράγματα ή μήπως για καλή τύχη της Ντοκουμέντα και των δημιουργικών της υποκειμένων, η Αθηναϊκή Μπιενάλε κατάφερε να εκτοπίσει η ίδια τον εαυτό της από τον διάλογο;
Αν ισχύει το δεύτερο, μήπως η Μπιενάλε δεν είναι ο μόνος από τους αθηναϊκούς θεσμούς που βρέθηκε αυτοβούλως σε ανάλογη θέση;
Ποιες είναι για παράδειγμα οι συνθήκες συνεργασίας της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών με τη Ντοκουμέντα; Κατατέθηκε από την πλευρά της σχολής κάποια σχεδιασμένη πρόταση ή λόγω των γνωστών μικροπολιτικών, των εσωτερικών ανταγωνισμών κοκ. αναλώθηκαν μεταξύ τους, χωρίς εν τέλει να μπορούν να διεκδικήσουν κάποια ευνοϊκή συνθήκη συνεργασίας για την ίδια την ΑΣΚΤ, τους φοιτητές και τους αποφοίτους της (προσφέροντας έτσι “carte blanche” στη Ντοκουμέντα να θέσει η ίδια τους όρους δράσης της εκεί);
To ΙΔΑΜΜ επιβεβαιώνοντας την επιτακτική ανάγκη ψυχολογικής στήριξης του καλλιτεχνικού κόσμου τόσο στην Ελλάδα όσο και εκτός των συνόρων -δείτε για παράδειγμα όλους εκείνους τους Βέλγους καλλιτέχνες που προσκλήθηκαν να συνεισφέρουν στο, ακυρωμένο πλέον, πρόγραμμα του Φεστιβάλ- θέλει μέσω αυτής της ανάρτησης να διευκρινίσει ότι οι υπηρεσίες του συνεχίζουν να είναι διαθέσιμες προς όλους.
Μαθαίνοντας από τη συνθήκη Φαμπρ ίσως αποφευχθούν οι δράσεις που συμβάλλουν στην εξιδανίκευση της ταυτότητας του «ασυμβίβαστου», «ριζοσπαστικού», πατριαρχικού Νότου που πολύ φοβόμαστε πως θα μελαγχολήσουν το τοπίο για ακόμα μια φορά.
Κλείνοντας, το ΙΔΑΜΜ προτείνει μία άλλη κατεύθυνση σε σχέση με το λόγο που παράχθηκε τις τελευταίες ημέρες και αναλώθηκε γύρω από τα παλλόμενα φλαμανδικά πέη:
Υπό το πρίσμα μιας νέας ευρωπαϊκής υποτίμησης του πολιτισμού, με περικοπές στα πολιτιστικά προγράμματα και στις ανθρωπιστικές σπουδές και σε ένα τοπίο ευρύτερης καλλιτεχνικής επισφάλειας, τι σημαίνει η έμφαση και η θετική παρουσίαση του γεγονότος πως ο Φαμπρ θα αναλάμβανε τα καθήκοντα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου σχεδόν ως «εθελοντής», με συνολικό ποσό πληρωμής 20 χιλιάδες ευρώ το χρόνο;
«Tα χρήματα δεν έχουν τόση σημασία, είναι εργαλείο», δήλωσε ο ίδιος. «Όταν γκρίνιαζα στη μητέρα μου γιατί ήθελα περισσότερα χρήματα, μου έλεγε: “Είναι πιο όμορφο να ανταλλάσσεις λέξεις και όχι χρήματα”»…
Μήπως αυτού του είδους τα ομιλιακά ενεργήματα λειτουργούν φυσικοποιητικά σε σχέση με τη συνθήκη των πραγμάτων στο εξής, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο; Μήπως αυτό εννοούσε και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Ντοκουμέντα, Άνταμ Τσίμτσικ, όταν πριν από κάποιους μήνες, κατά την παρουσίαση του περιοδικού “South” στην Eθνική Bιβλιοθήκη έφερε ως παράδειγμα το πως κάποια υποκείμενα σε μια Αφρικανική χώρα, χωρίς πόρους αλλά με άφθονο δημιουργικό οίστρο, έστησαν μια ωραιότατη εναλλακτική βιβλιοθήκη;
Ας μην ξεχνάμε και τη δήλωση του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη: «H τέχνη δεν θέλει χρήματα, θέλει ιδέες».
Μήπως αυτό σημαίνει τελικά το «Μαθαίνοντας από την Αθήνα»;

Υ.Γ.: Mια και πολλοί εργαζόμενοι στην Ντοκουμέντα έσπευσαν να ακολουθήσουν τη σελίδα του ΙΔΑΜΜ στο φέισμπουκ, και στο πνεύμα πάντα της επιβεβλημένης καλλιτεχνικής φιλανθρωπίας, τους στέλνουμε ένα προσωπικό μήνυμα -ξέρουν αυτοί- που ελπίζουμε να μην παρεξηγήσουν: βρε παιδιά, αφήστε τα προσφυγάκια να πάρουν λίγο φαγητό, μην τα μαλώνετε! Μην είστε φαταούλες… Ντροπή είναι· τα καημένα δεν έχουν χρήματα και όσες λέξεις και αν ανταλλάξουν μεταξύ τους δεν πρόκειται να χορτάσουν.





Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )


Connecting to %s